Το εκλογικό σύστημα δεν είναι ζήτημα πολιτικού τακτικισμού, υποταγμένο στην κατάκτηση της εξουσίας

Τοποθέτηση της Χαράς Καφαντάρη, Βουλευτή ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Β2 Δυτικού Τομέα Αθήνας, Αντιπροέδρου της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής και Αν. Τομεάρχη Περιβάλλοντος και Ενέργειας της Κ.Ο. ΣΥ.ΡΙΖ.Α., στην Ολομέλεια της Βουλής, κατά τη συζήτηση επί των αναθεωρητέων διατάξεων του Συντάγματος, σύμφωνα με τα άρθρα 110 του Συντάγματος και 119 του Κανονισμού της Βουλής (5η και 9η θεματική ενότητα της Επιτροπής: άρθρα 62, 86 παρ. 3, 86 (εισαγωγή ερμηνευτικής δήλωσης), 54 παρ. 1, 54 (προσθήκη παρ. 4), 54 (εισαγωγή ερμηνευτικής δήλωσης) και 56 (προσθήκη παρ. 5). (21/11/2019)

ΧΑΡΟΥΛΑ (ΧΑΡΑ) ΚΑΦΑΝΤΑΡΗ

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, σίγουρα οι συνταγματικές αναθεωρήσεις αποτελούν σημαντικούς σταθμούς για την Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Σίγουρα τις περισσότερες φορές προσπαθούν να σηματοδοτήσουν την επιστροφή στην κανονικότητα και σίγουρα συντελούν στην εξελιξιμότητα του πολιτεύματος μέσα από τη σύνθεση αντιθέσεων τόσο ιδεολογικών και επιστημονικών όσο πολιτικών και συντεχνιακών, γεγονός που δυστυχώς δεν συμβαίνει στην παρούσα αναθεώρηση, όπου ο χαρακτήρας της αποτυπώνει την πλειοψηφική ιδεοληψία της Νέας Δημοκρατίας για την Δημοκρατία, ναρκοθετώντας την όλη διαδικασία και καθιστώντας την άγονη.

Θα σταθώ στο κείμενο, και συγκεκριμένα σε ένα κομμάτι που αν και τελευταίο στη διαδικασία, κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο δεν είναι άσχετο, αλλά διατρέχει όλο τον κορμό της αναθεώρησης, την αναλογικότητα του εκλογικού συστήματος, καθώς και ενός εκ των βασικών πυλώνων του, της ψήφου των αποδήμων.

Στο πλαίσιο των ανωτέρω για την ψήφο των αποδήμων, επειδή είμαστε υπέρ των συγκλίσεων, ο ΣΥΡΙΖΑ επανακατέθεσε την πρότασή του, η οποία προβλέπει διευκόλυνση ψήφου για όλους τους απόδημους και επιπλέον, το δικαίωμα να εκλέγουν οι ίδιοι τους αντιπροσώπους τους.

Αντιθέτως, αυτό δεν φαίνεται στην πρόταση της Νέας Δημοκρατίας, όπου τα προβλήματα είναι διακριτά και πολλά, όπου δεν προβλέπεται ως συνταγματικός περιορισμός στην αναθεώρηση η ύπαρξη πραγματικού δεσμού με τη χώρα. Δεν προβλέπεται διαδικασία επικαιροποίησης των ειδικών εκλογικών καταλόγων εξωτερικού, αλλά μια διαδικασία εφάπαξ εγγραφής που δεν εξασφαλίζει την ύπαρξη του πραγματικού δεσμού για το μέλλον, δεν προβλέπει ειδικό όργανο, εγγυήσεις και διαδικασία για τον έλεγχο και πιστοποίηση προϋποθέσεων άσκησης εκλογικού δικαιώματος στο εξωτερικό, καθιστώντας έτσι αδιαφανή και ευάλωτη όλη τη διαδικασία. Περιλαμβάνει ευρύτατες εξουσιοδοτήσεις στον Υπουργό Εσωτερικών για ρύθμιση βασικών θεμάτων, όπως η διαδικασία εγγραφής σε καταλόγους και ο τρόπος πιστοποίησης του εκλογέα, παρακάμπτοντας έτσι την απαίτηση του Συντάγματος παρόμοια θέματα να έχουν την έγκριση των δύο τρίτων της Βουλής.

Αντίθετα με την πρόταση που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ, η πρόταση της Πλειοψηφίας δεν προβλέπει ξεχωριστή εκπροσώπηση των εκλογέων του εξωτερικού με δικούς του Βουλευτές, μη αναγνωρίζοντάς τους το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Γιατί;

Η δική μας πρόταση είναι πολύ πιο ευνοϊκή και ειδικότερα δεν παρεμβαίνει στα όρια του κράτους -ιθαγένεια του εκλογικού σώματος, απουσία πλαφόν στους εκλογικούς καταλόγους- και δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την εθνική ενότητα.

Τέλος, πριν περάσω στο κύριο μέρος της τοποθέτησής μου για το αναλογικό εκλογικό σύστημα, θα ήθελα να μοιραστώ μια σκέψη μαζί σας, ότι θα ήταν κρίμα, αφού ήρθε η ώρα να ασκήσουν το δικαίωμα οι Έλληνες εκλογείς του εξωτερικού και όλα τα κόμματα συμφωνούν σε αυτό.  Αυτό να γίνει με λάθος τρόπο και να χρησιμεύσει ως μέσο φαλκίδευσης εκλογικού συστήματος, ενός εκλογικού συστήματος ήδη προβληματικού, τις αδυναμίες του οποίου θα αναλύσω παρακάτω.

Στην οργάνωση ενός δημοκρατικού κράτους τη μέγιστη σημασία κατέχει η έννοια του εκλογικού συστήματος ως ο κύριος τρόπος οργάνωσης και άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Δεδομένου ότι η λαϊκή βούληση και κυριαρχία αποτελούν τη βάση του πολιτεύματος, το εκλογικό σύστημα οφείλει να δρα βάσει αυτών.

Υπάρχουν τρεις κατηγορίες εκλογικών συστημάτων: το πλειοψηφικό, το αναλογικό και το μικτό. Στην Ελλάδα έχουν εφαρμοστεί δεκατέσσερις διαφορετικές παραλλαγές των ανωτέρω συστημάτων. Στα σαράντα πέντε χρόνια της Μεταπολίτευσης εφαρμόστηκαν επτά διαφορετικά εκλογικά συστήματα και τα έξι πρώτα εξ αυτών είχαν σαν βάση τους τη δομή της ενισχυμένης αναλογικής του 1958. Φυσικά όλοι αυτοί οι νόμοι δεν μεριμνούσαν για την ενίσχυση της αναλογικότητας, αλλά για την ενδυνάμωση του εκάστοτε πρώτου κόμματος, βάζοντας συνήθως εμπόδια στα υπόλοιπα. Συνεπώς, στη χώρα μας το εκλογικό σύστημα υπήρξε άδικο και η ανισότητα ήταν κατάφορη για τα μικρότερα κόμματα.

Από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα με έξι διαφορετικά συστήματα έχουν διεξαχθεί οι εκλογικές αναμετρήσεις. Αν και η Μεταπολίτευση ήταν η μεγάλη περίοδος δημοκρατικής πολιτικής σταθερότητας στη χώρα, η οποία ασφαλώς συνδέεται με τους ισχύοντες εκλογικούς νόμους, αυτή καθ’ αυτή δεν μας γλύτωσε και από την χρεωκοπία. Όμως, η περίοδος της κρίσης και η χρεωκοπία έφεραν τα πάνω κάτω. Έφεραν στο προσκήνιο την ανάγκη συνεργασιών, δημιουργώντας μια νέα κουλτούρα.

Το πολιτικό μας σύστημα σε συνθήκες απλής αναλογικής απαιτεί πλεόνασμα πολιτικής και πολιτισμικής ωριμότητας για ουσιαστικές συγκλίσεις, για συνεργασίες, περιορίζοντας τη δημαγωγική ρητορική μικρότερων αλλά και μεγαλύτερων κομμάτων.

Από θεσμική άποψη, ο πλέον προβεβλημένος πρωταγωνιστής των αποτελεσμάτων των πρόσφατων εκλογών, όπως άλλωστε και των προηγούμενων και των προ-προ προηγούμενων, ήταν αναμφίβολα το εκλογικό σύστημα. Εν προκειμένω, δεν πρόκειται για έναν απλό επηρεασμό της εκλογικής βούλησης, όπως συμβαίνει με άλλα εκλογικά συστήματα. Ένα τέτοιο εκλογικό σύστημα οδηγεί σε μια πολλαπλή νόθευση του εκλογικού αποτελέσματος, το οποίο, μάλιστα, χαρακτηρίζεται από έναν θεσμικό παραλογισμό, ο οποίος είναι ταυτόχρονα βαθύτατα αντιδημοκρατικός και κραυγαλέα αντισυνταγματικός.

Αντιδημοκρατικός ως προς τα μεμονωμένα κόμματα λόγω των σημερινών πολιτικών δεδομένων. Αναφέρομαι στο εκλογικό πριμ του πρώτου κόμματος, το οποίο στην ισχύουσα εκδοχή είναι πενήντα έδρες και δυσμενής μεταχείριση συνασπισμών και είναι πολύ πιο προβληματικό από την αρχική εκδοχή, σαράντα έδρες με τον προηγούμενο νόμο Σκανδαλίδη, τις οποίες μπορούσαν να πάρουν και συνασπισμοί κομμάτων. Η αντιδημοκρατικότητα αυτή έγκειται στην παραβίαση της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου ως προς την ανάδειξη του πρώτου κόμματος, καθώς το εκλογικό δώρο των πενήντα εδρών απονέμεται χωρίς κανένα κριτήριο τόσο ως προς το ποσοστό όσο και ως προς τη διαφορά πρώτου και δεύτερου κόμματος.

Αντισυνταγματικός, όπως είχε κρίνει με αναλυτική και τεκμηριωμένη γνωμοδότηση ο Αριστόβουλος Μάνεσης ως Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής, παρόμοια και η θέση του Νίκου Αλιβιζάτου, επικαλούμενος μάλιστα και τη σχετική συναφή νομολογία του Εκλογοδικείου. Σύμφωνα με την οποία δεν είναι δυνατόν σε ένα δημοκρατικό καθεστώς τα δικαιοδοτικά όργανα να έχουν την εξουσία να ελέγχουν υπό ποιους όρους και προϋποθέσεις μπορεί να συνεργάζονται κόμματα, αν αυτά έχουν κοινά προγράμματα και αν είναι εύλογη ή σκόπιμη η συνεργασία τους.

Τα θέματα αυτά είναι πολιτικά και μαζί με άλλα λαμβάνονται υπόψη κυριαρχικά και αποκλειστικά από το λαό, τον μόνο αρμόδιο κατά το πρώτο άρθρο του Συντάγματος παράγραφος 2. Ωστόσο, στο σημείο αυτό το σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας στη χώρα μας, ως γνωστόν, πάσχει, διότι δεν έχουμε προληπτικό έλεγχο από συνταγματικό δικαστήριο, αλλά μόνο έλεγχο μετά από εκλογές από το Εκλογοδικείο. Αντίθετα, με το πάγιο αναλογικό εκλογικό σύστημα, την απλή αναλογική, δεν θα υπήρχε καμία δυνατότητα ανατροπής της αρχής της ισοτιμίας.

Είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο σε αρκετά ευρωπαϊκά συντάγματα,  κατεξοχήν στο Πορτογαλικό, και η πορεία εξέλιξης του πολιτεύματος στα κράτη αυτά αποτελεί μια πλήρη απόδειξη ότι η κυβερνησιμότητα, για την οποία τόσο κόπτεται η Νέα Δημοκρατία, δεν εξαρτάται από τεχνάσματα που διαμορφώνουν το αποτέλεσμα, αλλά από την κουλτούρα του ίδιου του πολιτικού συστήματος. Είναι προφανές ότι η πολιτική επιχειρηματολογία της Νέας Δημοκρατίας υπέρ της ισοτιμίας της ψήφου προσκρούει ενώπιον αυτής της βάναυσης προσβολής ισοδυναμίας της ψήφου, εφόσον θα αρκεί μόνο μία ψήφος για να χωρίσει το πρώτο από το δεύτερο κόμμα και να δώσει τις πενήντα έδρες. Επίσης, η πλήρης παραβίαση της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου επεκτείνεται σε ορισμένες εκλογικές περιφέρειες, ιδίως δε στις τετραεδρικές.

Στο σημείο, λοιπόν, αυτό ανακύπτει ξανά το ερώτημα: Γιατί δεν θα αλλάξει αυτό το πολιτικά και συνταγματικά άκρως προβληματικό εκλογικό σύστημα; Ακριβώς γιατί είναι πρόθεση της Κυβέρνησης να φέρει σε ψήφιση ένα εκλογικό σύστημα που θα δίνει σημαντικά μπόνους εδρών στο πρώτο κόμμα. Αυτό, βέβαια, αφορά κύρια τη Νέα Δημοκρατία, που είναι Κυβέρνηση τώρα, διότι αυτή το ψήφισε όπως ισχύει σήμερα και αυτή ευνοήθηκε προνομιακά και εξακολουθεί να ευνοείται από αυτό. Δεν θα ήταν, μάλιστα, υπερβολή να πούμε ότι η Νέα Δημοκρατία κυριολεκτικά διασώθηκε ως κόμμα στο παρελθόν από αυτό. Έτσι χάνεται η ευκαιρία αλλαγής ενός από τους κακούς εκλογικούς νόμους που γνώρισε η χώρα, ιδίως αφότου άλλαξαν τα πολιτικά δεδομένα.

Το εκλογικό σύστημα δεν είναι ζήτημα πολιτικού τακτικισμού, ευκαιριακά υποταγμένο στην προοπτική κατάκτησης ή διατήρησης της εξουσίας. Τα κόμματα οφείλουν να αντιμετωπίζουν αυτό το ζήτημα με αυτοπεποίθηση αλλά και πολιτική ευφυΐα, για να κυβερνήσουν τη χώρα με θεσμική τιμιότητα και με τρόπο που να ευδοκιμούν οι προγραμματικές συνεργασίες, όσο κι αν είναι δύσκολες.

Αυτή είναι μια τίμια λύση, μια νέα κουλτούρα συλλογικής διαμόρφωσης προτάσεων που αναδεικνύουν συνεργασίες και συναινέσεις μεταξύ κομμάτων με ειλικρίνεια, παρά τεχνητά κόμματα με μοναδικό σκοπό την κυβερνητική εξουσία.

Ευχαριστώ.

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: