Αξιοποίηση Ελληνικού – Έτσι εννοούν την ανάπτυξη;

«ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ»-  ΕΤΣΙ  ΕΝΝΟΟΥΝ  ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ;

Το μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθήθηκε, με τις πολιτικές του real estate, της αντιπαροχής, της ανεξέλεγκτης οικοδομικής δραστηριότητας, δημιούργησε εύκολο κέρδος για τους λίγους. Κατά τη διαδικασία της αστικοποίησης, πολλές μετατροπές γίνονται και φυσικά τοπία αντικαθίστανται από περιοχές  με πυκνές κτιριακές εγκαταστάσεις. Η συνεχής επέκταση της πόλης και πέρα από το λεκανοπέδιο (Μεσόγεια) με ταυτόχρονη απαξίωση της αγροτικής γης, η μείωση των ελεύθερων χώρων, η καταστροφή της φύσης, η κατασπατάληση φυσικών πόρων, παράλληλα με τους νέους ρύπους και την ιονίζουσα ακτινοβολία και ηχορρύπανση, επιδεινώνουν την οικολογική κρίση και κάνουν την Αθήνα, μη φιλική και μη βιώσιμη για τους κατοίκους της. Η παράδοση στους ιδιώτες της δημόσιας περιουσίας μέσω  της ΕΤΑ ΑΕ και της Ολυμπιακά Ακίνητα  ΑΕ επέφερε επιπρόσθετα περιβαλλοντικά βάρη. Σημαντικός παράγοντας που συνέβαλε στην περιβαλλοντική υποβάθμιση της Αττικής είναι και οι πυρκαγιές στους ορεινούς όγκους (Πάρνηθα, Πεντέλη, Υμηττός) των τελευταίων χρόνων. Αποτέλεσμα των αλλαγών αυτών, καθώς και της αύξησης των μεταφορών και της κατανάλωσης ενέργειας, είναι η τροποποίηση στοιχείων του κλίματος, μέσα και γύρω από την αστική περιοχή.

Οι πράσινοι πνεύμονες, μικρής, μεσαίας και μεγάλης κλίμακας μέσα στην πόλη και η σύνταξη σχεδίου και στρατηγικής θέσεων είναι σημαντικά όπλα για την αντιμετώπιση  της οικολογικής κρίσης και της κλιματικής αλλαγής.

Δυστυχώς όμως, οι ελεύθεροι χώροι της Αττικής συνεχώς λιγοστεύουν. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι πριν από 60 χρόνια ήταν κτισμένο το 17,7% του λεκανοπεδίου, ενώ σήμερα το ποσοστό αυτό φτάνει το 68%. Δεν είναι τυχαίο δε, ότι το πράσινο στην Αθήνα πλησιάζει τα 2m2/κάτοικο, όταν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, σε μεγάλες πρωτεύουσες κυμαίνεται από 25 μέχρι και 50m2/κάτοικο.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ανάπτυξη, η μαγική λέξη

 Ανάπτυξη, η «μαγική» λέξη

 Το καπιταλιστικό μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθείται για δεκαετίες συνοδεύεται από την υπερπαραγωγή, την υπερκατανάλωση και την καταλήστευση των φυσικών πόρων. Ένα τέτοιο μοντέλο δημιουργεί κρίσεις, υποβαθμίζει το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής, ενώ εντείνει το επισιτιστικό πρόβλημα.

Στην Ελλάδα του Μνημονίου, μέσα στη δίνη της παγκόσμιας οικονομικής, πέρα από τα δικαιώματα, τις εργασιακές σχέσεις, τους μισθούς και τις συντάξεις, κατεδαφίζονται η περιβαλλοντική νομοθεσία και ο φυσικός πλούτος της χώρας λεηλατείται από τις δυνάμεις του κεφαλαίου και της αγοράς. Η επιβολή των μνημονιακών πολιτικών έχει ως αποτέλεσμα βαθιά ύφεση, έκρηξη της ανεργίας και τη χρεωκοπία της χώρας να καραδοκεί σε κάθε βήμα. Όλοι τώρα αναγνωρίζουν ότι μόνο η ανάπτυξη μπορεί να δώσει την απάντηση για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Ακόμα και τα κόμματα του Μνημονίου μιλάνε για ανάπτυξη, κακοποιώντας όμως την πραγματικότητα.

Δεν είναι ανάπτυξη οι προτάσεις του κ. Βενιζέλου για αξιοποίηση κονδυλίων του ΕΣΠΑ για προγράμματα επιμόρφωσης. Δεν είναι ανάπτυξη δημόσια κονδύλια να κατευθύνονται μόνο στην κατασκευή νέων αυτοκινητόδρομων (π.χ. αυτοκινητόδρομοι στον Υμηττό) ή επενδύσεις που ενισχύουν τους εργολάβους κατασκευών. Δεν είναι ανάπτυξη το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας όπως η λεγόμενη «αξιοποίηση» του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού.

Την «καραμέλα» της ανάπτυξης αναμασά συνεχώς και ο κ. Σαμαράς. Ίσως να νομίζει ότι η αναπτυξιακή πολιτική γίνεται με το πάτημα ενός μαγικού κουμπιού. Για τον κ. Σαμαρά ανάπτυξη είναι π.χ. η αξιοποίηση του ορυκτού μας πλούτου. Μήπως εννοεί μοντέλα αξιοποίησης όπως στη Χαλκιδική, με την εξόρυξη του χρυσού, ή μήπως ότι μόνο με την ανακήρυξη της ΑΟΖ αμέσως θα αρχίσουν να εισρέουν πακτωλοί χρημάτων.

Το μοντέλο ανάπτυξης που προωθούν οι μνημονιακές δυνάμεις βασίζεται σε ελαστικές εργασιακές σχέσεις χωρίς δικαιώματα, μισθούς σε επίπεδο Βουλγαρίας και Ρουμανίας και σε άνευ όρων παράδοση των φυσικών μας πόρων και του ορυκτού πλούτου σε κάθε λογής επενδυτές.

Προτεραιότητα μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, που εμείς προτείνουμε, είναι η ανάπτυξη. Μια ανάπτυξη όμως που οφείλει πρώτα απ’ όλα να απαντά στο ερώτημα: «Ποια ανάπτυξη και για ποιον».

Εμείς απαντάμε ότι αγωνιζόμαστε για μια ανάπτυξη σε όφελος των πολλών και σε ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας. Η ανάπτυξη για μας οφείλει να είναι ισόρροπη και να έχει χαρακτηριστικά αειφορίας, σεβόμενη τον άνθρωπο και το περιβάλλον.

Η Αριστερά σήμερα αγωνίζεται περισσότερο παρά ποτέ για έναν ριζικό οικολογικό μετασχηματισμό της οικονομίας, έξω από την πολιτική των Μνημονίων. Προτείνει συγκεκριμένες δράσεις και επενδυτικές κινήσεις, που θα στηρίζονται σε μόνιμη και σταθερή εργασία. Ενδεικτικά, σε τομείς όπως:

Αγροτική οικονομία με αναδιάρθρωση του πρωτογενούς τομέα και αλλαγή στα παραγωγικά, περιβαλλοντικά και κοινωνικά πρότυπα. Ορθολογική διαχείριση των απορριμμάτων με δημόσιο κοινωνικό έλεγχο και συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μακριά από φαραωνικές λογικές, όπως προβλέπει το πρόγραμμα Ήλιος. Αναπλάσεις αστικών περιοχών και εφαρμογή βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής. Τουριστική ανάπτυξη με σεβασμό στο περιβάλλον και τα οικοσυστήματα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ – Ενωτικό Κοινωνικό Μέτωπο πρωτοστατεί και συμπαρατάσσεται με τους αγώνες για τη διαφύλαξη της δημόσιας περιουσίας και των φυσικών πόρων. Καλεί σε συμπόρευση όλους και όλες που αγωνίζονται να ανατρέψουν τις δυσμενείς συνέπειες της πολιτικής των μνημονίων. Προτείνει εναλλακτικά και ριζοσπαστικά μοντέλα ανάπτυξης που μόνο μια κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να εφαρμόσει.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή στις 29/04/2012

Για μία ορθολογική διαχείριση των απορριμάτων

Τι σημαίνει πολιτική ορθολογικής διαχείρισης των απορριμμάτων;

 

Το καπιταλιστικό μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθείται επί δεκαετίες, με κυρίαρχες κατευθύνσεις την υπερκατανάλωση, την υπερπαραγωγή και κατασπατάληση των φυσικών πόρων, την καταστροφή του περιβάλλοντος, παρήγαγε πολλά απορρίμματα. Η σημερινή συνεχής κρίση και η έντονη ύφεση την περίοδο των μνημονίων που διανύουμε, έφεραν κάποια μικρή μείωση στην ποσότητα των απορριμμάτων. Το πρόβλημα όμως παραμένει και ο κίνδυνος να «πνιγούμε» στα σκουπίδια, είναι πλέον ορατός.

Η μέχρι σήμερα πολιτική (όπου πέραν της Πολιτείας, έχει μερίδιο ευθύνης κομμάτι και της Τ.Α.,) βασίζεται κύρια στη λειτουργία ανεξέλεγκτων ΧΑΔΑ (χωματερές), που πολλές λειτουργούν ακόμη και θα μας οδηγήσουν σε επιβολή υψηλών ημερήσιων προστίμων από την Ε.Ε. Η αδυναμία συνολικού βιώσιμου σχεδιασμού δημιούργησε φαραωνικές εγκαταστάσεις ΧΥΤΑ (π.χ. Α. Λιόσια, Φυλή). Μια μόνο επίσκεψη αρκεί να αντιληφθούμε ότι, τα τεράστια μεγέθη εγκαταστάσεων δεν μπορούν να έχουν σχέση με ορθολογική διαχείριση απορριμμάτων, φιλική προς το περιβάλλον και την κοινωνία. Επισημαίνουμε ότι, τεράστιο πρόβλημα στη χώρα μας δημιουργούν τα νομικά κενά αφήνοντας την επιμόλυνση των αστικών στερεών αποβλήτων (ΑΣΑ) από επικίνδυνα και τοξικά απόβλητα βιομηχανιών, βιοτεχνιών και νοσηλευτικών μονάδων.

Κινήσεις πολιτών, πολίτες και επιστήμονες, παράλληλα με κινήματα και αντιστάσεις σε όλη τη χώρα διεξάγουν ένα σοβαρό δημόσιο, επιστημονικό και πολιτικό διάλογο για το ζήτημα της διαχείρισης των απορριμμάτων. Χαρακτηριστικό τους όμως, είναι η αντίθεση σε θέματα χωροθέτησης εγκαταστάσεων διαχείρισης, κύρια, και δευτερευόντως στον τρόπο διαχείρισης. Η διαχείριση απορριμμάτων έχει διαστάσεις περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές.

Περιβαλλοντικές: H ταφή απορριμμάτων σε χωματερές ρυπαίνει σημαντικά τα εδάφη, τον υδροφόρο ορίζοντα, ενώ συγχρόνως εκλύονται τεράστιες ποσότητες αερίων (βιοαέριο) στην ατμόσφαιρα. Έτσι ενισχύεται το φαινόμενο του θερμοκηπίου, ενώ η κλιματική αλλαγή επελαύνει. Επίσης, με διεθνή στοιχεία, οι τεχνολογίες καύσης που προωθούνται, ευθύνονται για την έκλυση φουρανίων και διοξινών στην ατμόσφαιρα. Σε βιομηχανικές χώρες όπου εφαρμόζονται, αυτές οι τεχνολογίες ενοχοποιούνται για το 40-50% των συνολικών εκλύσεων διοξινών.

Οικονομικές: Tα απορρίμματα έχουν τα χαρακτηριστικά εμπορικού προϊόντος με αξία, που πουλιέται και αγοράζεται. Για το λόγο αυτό και τεράστια οικονομικά συμφέροντα («εθνικοί» και μη εργολάβοι) επενδύουν στη διαχείρισή τους, αποσκοπώντας σε τεράστια οικονομικά οφέλη. Ήδη το ενδιαφέρον της τρόικας είναι ιδιαίτερο για τους τομείς διαχείρισης απορριμμάτων και ενέργειας στη χώρα μας.

Κοινωνικές: H ιδιωτικοποίηση στη διαχείριση απορριμμάτων (ακόμη και στη διαλογή), θα επιφέρει μείωση θέσεων εργασίας, θα εκτινάξει τα δημοτικά τέλη και τους λογαριασμούς της ΔΕΗ (μέσω αύξησης τέλους ΑΠΕ). Από την άλλη πλευρά θα αποτελέσει «ταφόπλακα» στα στάδια που προβλέπει η ορθολογική διαχείριση (πρόληψη, διαλογή και επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωση, κομποστοποίηση) και η οδηγία 2008/98 της Ε.Ε.. Ο ιδιώτης επενδυτής απαιτεί πολύ «καύσιμο -σκουπίδι» με στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους του από την παραγόμενη ενέργεια.

Ο Περιφερειακός σχεδιασμός Αττικής προβλέπει την κατασκευή 4 νέων Μονάδων επεξεργασίας σύμμεικτων απορριμμάτων (με χρήση τεχνολογιών βιολογικής ξήρανσης και καύσης). Έτσι, σκόπιμα ξεκίνησε ένας δημόσιος διάλογος και δρομολογούνται λύσεις, που περιλαμβάνουν πολιτικές καύσης απορριμμάτων για ενεργειακή αξιοποίηση, αδιαφορώντας για την ιεράρχηση διαχείρισης, που υιοθετεί η Οδηγία 2008/98 της Ε.Ε. Από τον Αύγουστο του 2011 ο περιφερειάρχης Αττικής υπέγραψε προκήρυξη για πρόσκληση προς ιδιώτες επενδυτές για την κατασκευή 4 μονάδων επεξεργασίας σύμμεικτων απορριμμάτων (μέθοδος ΣΔΙΤ).

Στον αντίποδα της ανωτέρω καταστροφικής, περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά, απαράδεκτης πολιτικής διαχείρισης υπάρχει η πολιτική, που στηρίζεται στον δημόσιο χαρακτήρα, τον κοινωνικό έλεγχο, τη συμμετοχή της κοινωνίας και την αποκεντρωμένη διαχείριση σε επίπεδο δήμων ή όμορων δήμων. Μια πολιτική που βασίζεται στις αρχές της εγγύτητας και της μικρήςκλίμακας. Μια πολιτική κοινωνικής συμμετοχής, όπου τα οφέλη ανταποδίδονται στην κοινωνία.

Μια συνολική πολιτική ορθολογικής διαχείρισης, που αξιοποιεί την παγκόσμια επιστημονική εμπειρία, με έμφαση σε πολιτικές μείωσης όγκου απορριμμάτων, διαλογής στην πηγή, επαναχρησιμοποίησης, ανακύκλωσης χρήσιμων υλικών, ελαχιστοποίησηςτων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και πάνω από όλα, φιλική στο Περιβάλλον, με σεβασμό στον Άνθρωπο.

 

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή στις 11/03/2012

Ένας χρόνος Καλλικράτη και Περιφέρειας Αττικής

Ένας χρόνος «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ» και Περιφέρεια Αττικής

Ένας χρόνος πέρασε από την εφαρμογή του ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ στην Τ.Α. Πολλοί ήταν εκείνοι που θεωρούσαν ότι ο ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ είναι η μεγάλη μεταρρύθμιση που θα έλυνε τα προβλήματα, θα βοηθούσε την ανάπτυξη στις τοπικές κοινωνίες, θα απάλλασσε την Αυτοδιοίκηση από την κακοδιαχείριση και όλα τα δεινά. Δυστυχώς, επιβεβαιωθήκαμε για τον χαρακτήρα του.

Έγκαιρα είχαμε προειδοποιήσει ότι ο ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ είναι το μακρύ χέρι του Μνημονίου στις τοπικές κοινωνίες, ενώ συγχρόνως αποτελεί απειλή για την Τοπική Δημοκρατία. Φάνηκε ότι η λεγόμενη «μεταρρύθμιση» του ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ τελικά δεν αφορά την Τοπική Αυτοδιοίκηση, όσο και αν έτσι «διαφημίζεται». Ουσιαστικά αφορά το ίδιο το κράτος, που προωθεί την αντίληψη ότι η Τ.Α. αποτελεί άλλον ένα κρίκο του κράτους και συγχρόνως άλλον έναν φοροεισπρακτικό μηχανισμό. Αντίληψη που καμία σχέση δεν έχει με την Τ.Α. σαν λαϊκό συμμετοχικό θεσμό, στην υπηρεσία της κοινωνίας.

Η ενίσχυση του δημαρχοκεντρικού και περιφερειοκεντρικού συστήματος εξουσίας, που επιτυγχάνεται με τον ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ, ακυρώνει τη δημοκρατική λειτουργία της Αυτοδιοίκησης. Μια λειτουργία που οφείλει να χαρακτηρίζεται από περιορισμό των εξουσιών δημάρχου και περιφερειάρχη, με παράλληλη αναβάθμιση του ρόλου των Δημοτικών και Περιφερειακών Συμβουλίων αντίστοιχα και ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών.

Μια σειρά αρμοδιότητες που, ενώ μεταβιβάστηκαν από την Κεντρική Διοίκηση στις Αιρετές Περιφέρειες σε βάση του Νόμου 3852/2010, καλλιέργησαν σε πολλούς ελπίδες και αυταπάτες για ουσιαστική Αυτοδιοίκηση, με Δημοκρατία και συμμετοχή των πολιτών. Οι αρμοδιότητες αυτές, όμως, σήμερα αναιρούνται.

Με το άρθρο 15 του νομοσχεδίου «Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, ρύθμιση αυθαιρέτων σε συνάρτηση με δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας ΥΠΕΚΑ», που συζητήθηκε στην ολομέλεια της Βουλής στο τέλος Αυγούστου του 2011, αφαιρέθηκαν αρμοδιότητες της αιρετής περιφέρειας για σοβαρά θέματα περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, όπως υδατοκαλλιέργειες, αιολικά πάρκα, απόβλητα, εργοστάσια γαλακτοκομικών κ.ά.

Οι αρμοδιότητες αυτές επανέρχονται στην Κρατική Αποκεντρωμένη Διοίκηση και στο ίδιο το ΥΠΕΚΑ. Με τον τρόπο αυτό, αναιρείται ουσιαστικά και ο μητροπολιτικός χαρακτήρας της αιρετής Περιφέρειας Αττικής που προβλέπεται από τον νόμο.

Ιδιαίτερα, στον τομέα του Περιβάλλοντος, με βάση το παραπάνω άρθρο του νόμου, η αιρετή Περιφέρεια στερείται, πλέον, οποιεσδήποτε αρμοδιότητες έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για έργα διαδημοτικής και μητροπολιτικής εμβέλειας. Ομοίως, στερείται αρμοδιότητες έγκρισης όρων και άλλων τομέων, όπως ενέργειας, αλιείας και κτηνοτροφίας.

Δεκάδες ΜΠΕ έρχονται για γνωμοδότηση στο Περιφερειακό Συμβούλιο Αττικής, χωρίς να δοθεί αρκετός χρόνος για μελέτη και έλεγχο από τις Περ. Παρατάξεις. Πολλές ΜΠΕ είναι ελλιπείς και το πιο σημαντικό είναι ότι το Περιφερειακό Συμβούλιο που γνωμοδοτεί για κάθε ΜΠΕ και θέτει περιβαλλοντικούς όρους, δεν γνωρίζει την εξέλιξή τους. Αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι την τελική θέση (έγκριση ή μη) έχει η Κρατική Αποκεντρωμένη Διοίκηση.

Επίσης σημαντικό ζήτημα τίθεται και με τον έλεγχο τήρησης των περιβαλλοντικών όρων, που τίθενται από το Περιφερειακό Συμβούλιο. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί της Περιφέρειας, που έχουν την αρμοδιότητα ελέγχου των περιβαλλοντικών όρων, απαιτούν προσωπικό, αλλά η εφαρμοζόμενη μνημονιακή πολιτική στον δημόσιο τομέα με τις εφεδρείες και τις πιθανές απολύσεις καθιστούν το εγχείρημα του ελέγχου δύσκολο.

Μεγάλα κοινωνικά, πολιτικά και περιβαλλοντικά ζητήματα έχουν συζητηθεί ένα χρόνο τώρα, στην Αιρετή Περιφέρεια Αττικής, όπως: H εργασιακή εφεδρεία, η κοινωφελής εργασία στους Δήμους, οι παιδικοί σταθμοί, η διαχείριση των απορριμμάτων και ο περιφερειακός σχεδιασμός, η υδροδότηση των νησιών, το θέμα της σχεδιαζόμενης εκποίησης του πρ. αεροδρομίου του Ελληνικού, η διαμόρφωση του Φαληρικού όρμου, το νέο ΡΣΑ κ.ά.

Κοινό χαρακτηριστικό των αποφάσεων του Π.Σ. είναι η σύμπλευση των παρατάξεων των δυνάμεων του Μνημονίου (Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΛΑΟΣ), ειδικά μετά τη συγκρότηση της κυβέρνησης Παπαδήμου. Οι παρατάξεις αυτές συμβάλλουν με τη στάση τους στην υποβάθμιση του πολιτικού χαρακτήρα του Περιφερειακού Συμβουλίου.

Ταυτόχρονα, όμως, η λειτουργία του Π.Σ. είναι και μια ευκαιρία για τις αριστερές αντιμνημονιακές δυνάμεις, που εκφράζονται με διαφορετικά ψηφοδέλτια στο Π.Σ. να συμπαραταχθούν και να κάνουν ουσιαστικά βήματα κοινής δράσης. Είχαμε τέτοια παραδείγματα, το χρόνο που πέρασε, κατόπιν πρωτοβουλίας της ΑΤΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ – ΟΧΙ ΣΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ. Πρόσφατο παράδειγμα, η κοινή σύσκεψη παρατάξεων που έγινε με θέμα τον Πολιτισμό.

Η ΑΤΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ – ΟΧΙ ΣΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ, σταθερή στην ιδρυτική της διακήρυξη και με σαφή τον αντιμνημονιακό χαρακτήρα όλο αυτό το διάστημα, ήταν και είναι σε άμεση επαφή με τα κινήματα και την κοινωνία, που πλήττεται, αγωνιά και αγωνίζεται.

Έφερε για συζήτηση στο Π.Σ. μια σειρά ζητήματα, που αφορούσαν τοπικά αιτήματα συλλογικοτήτων της Αττικής (π.χ. Ρομά του Ελαιώνα και ανακύκλωση), μεγάλα υπερτοπικά ζητήματα (π.χ. Ελληνικό) καθώς και τον κίνδυνο ξεπουλήματος της ΕΥΔΑΠ μέσω του Ταμείου Αποκρατικοποιήσεων. Ενώ με την παρουσία και δράση της, προσπαθεί να αναβαθμίσει το ρόλο του Περιφερειακού Συμβουλίου.

Ωστόσο σήμερα, την γκρίζα εποχή των Μνημονίων, είναι απαραίτητη η παραπέρα ενίσχυση της σχέσης της Περιφερειακής Παράταξης με τα κινήματα των πολιτών και τις δημοτικές κινήσεις. Αναγκαία επίσης είναι και η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου Σχεδίου-Οράματος για την Περιφέρεια Αττικής. Ένα Σχέδιο αντιμετώπισης της βαθιάς κρίσης, βασισμένο σε ήπια ισόρροπη και δίκαιη ανάπτυξη, με γνώμονα τη βιωσιμότητα και την αειφορία, μέσα σε μια κοινωνία αλληλεγγύης και συλλογικότητας.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή στις 04/02/2012

Ομιλία Χαράς Καφαντάρη επί των προγραμματικών δηλώσεων 08/07/2012

Αντιπροσωπεία του ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ στη Χίο

Συνέντευξη τύπου για την καταστροφική πυρκαγιά στη Χίο

Αναβάθμιση του Ι.Γ.Μ.Ε

 Προς τους Υπουργούς

– Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής

-Οικονομικών

ΘΕΜΑ:  ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ Ι.Γ.Μ.Ε. 

 

Το Ι.Γ.Μ.Ε. είναι ένας φορέας με εξηντάχρονη παρουσία και σημαντική προσφορά στην κοινωνία. Η συμβολή του στην έρευνα, αξιολόγηση και διαχείριση φυσικών πόρων με σεβασμό στον άνθρωπο και το περιβάλλον είναι τεράστια.

Η σχεδιαζόμενη   απορρόφηση του ΙΓΜΕ και η δημιουργία του Κέντρου Βιώσιμης και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΕΚΒΑΑ) που συστήνεται με την υπ’ αριθμόν 25000 ΚΥΑ/ΦΕΚ2612/8Νοε 2011, συνιστά ένα  διοικητικό μόρφωμα χωρίς στόχο και προορισμό, που δεν υπακούει σε καμία λογική καθώς το ΙΓΜΕ που αποτελεί τον κύριο πυρήνα του θα αδυνατεί να επιτελέσει το ερευνητικό έργο και τις υποχρεώσεις του προς την  Ε.Ε. και κυρίως την κοινωνία και την ανάπτυξη. Αποτέλεσμα αυτού θα είναι και  η συρρίκνωση του προσωπικού υποστήριξης (εργαστηρίων, διοικητικών κλπ) του ΙΓΜΕ,  κεντρικών και αποκεντρωμένων υπηρεσιών (παραρτήματα) και παράλληλα  θέτει σε κίνδυνο σημαντικά ερευνητικά προγράμματα για τη χώρα, πολλά από τα οποία χρηματοδοτούνται από Ευρωπαϊκούς πόρους. Η εξέλιξη αυτή για το ΙΓΜΕ και το ανθρώπινο δυναμικό του όχι μόνο δεν βασίζεται σε κάποια μελέτη, αλλά κινείται στην τελείως αντίθετη κατεύθυνση του Επιχειρησιακού σχεδίου  που παρήγγειλε το ΙΓΜΕ και υλοποίησε το   Οικονομικό Πανεπιστήμιο (Μάϊος 2011)  στο οποίο  προβλέπεται ανάπτυξη και αναβάθμισή του με αύξηση και όχι μείωση του ανθρώπινου δυναμικού του.

Επειδή το Ι.Γ.Μ.Ε. είναι  ένα ινστιτούτο στρατηγικής σημασίας για την ανάπτυξη του τόπου και την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος.

Ερωτώνται οι  κ.κ. Υπουργοί: 

1. Θα καταργηθεί η ΚΥΑ 25200/08-11-11 των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ώστε  να αποτραπεί η διάλυση του ΙΓΜΕ και να μην μπουν στην εφεδρεία και ουσιαστικά απόλυση προσωπικό με τεράστια εμπειρία (130 εργατοτεχνίτες, εργοδηγοί και γενικά υποστηρικτικό προσωπικό);

2. Πως ειδικότερα κατανοούν την ανάπτυξη όταν λιμνάζουν 25 εκατομμύρια € έργων ενταγμένων στο ΕΣΠΑ που τα 2/3 έχουν εγκριθεί και είναι σε φάση εκταμίευσης;

3. Θα πάρει μέτρα (ενίσχυση τουλάχιστον με 4.5 εκ. ευρώ του Τακτικού Προϋπολογισμού για την μισθοδοσία) ώστε να διασφαλιστεί η παραμονή όλων των εργαζομένων σήμερα, για να επιτευχθεί η πλήρης απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων και η εκτέλεση των χρηματοδοτούμενων από κοινοτικούς πόρους ερευνητικών προγραμμάτων;

4. Αντί της κατάργησης, θα εξετάσουν  μέτρα αναβάθμισης του ρόλου και έργου του ΙΓΜΕ ως ανεξάρτητου δημόσιου ερευνητικού ινστιτούτου με περιφερειακή διάρθρωση, ώστε να προωθηθεί η βασική έρευνα υποδομής, και η εφαρμοσμένη σε θέματα Ορυκτού πλούτου;

Η ερωτώσα βουλευτής

Χαρούλα Καφαντάρη

ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ Β Αθήνας