Τοποθέτηση της Χαράς Καφαντάρη στη Συνέντευξη Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ Θεσσαλονίκης με θέμα τη διαχείριση των απορριμμάτων (08/02/2013)

Το καπιταλιστικό μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθείται επί δεκαετίες, είχε και έχει σαν  κυρίαρχες κατευθύνσεις την υπερκατανάλωση, την υπερπαραγωγή και κατασπατάληση των φυσικών πόρων, με συνέπεια την καταστροφή του περιβάλλοντος. Η οικολογική και οικονομική κρίση  όμως συνδέονται και αλληλοτροφοδοτούνται. Οι  πολιτικές που ακολουθήθηκαν στη διαχείριση απορριμμάτων όλα αυτά τα χρόνια από τις αυτοδύναμες κυβερνήσεις Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, που επικράτησαν στην χώρα μας ήταν κοντόφθαλμες, χωρίς κανένα μελλοντικό σχεδιασμό. Βασίστηκαν στην λειτουργία ανεξέλεγκτων χωματερών (ΧΑΔΑ), από τις οποίες πολλές βρίσκονται ακόμα σε λειτουργία, πράγμα που είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει την χώρα μας σε μια ακόμα καταδίκη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και την επιβολή υψηλών ημερησίων προστίμων. Η αδυναμία συνολικού βιώσιμου σχεδιασμού δημιούργησε φαραωνικές εγκαταστάσεις ΧΥΤΑ (π.χ. Α. Λιόσια, Φυλή, Ταγαράδες κλπ). Επισημαίνουμε ότι, τεράστιο πρόβλημα στη χώρα μας δημιουργούν τα νομικά κενά ευνοώντας την επιμόλυνση των αστικών στερεών αποβλήτων (ΑΣΑ), σε πολλές περιοχές, από επικίνδυνα και τοξικά απόβλητα βιομηχανιών, βιοτεχνιών και νοσηλευτικών μονάδων.

Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις μιας τέτοιας διαχείρισης είναι τεράστιες. H ταφή απορριμμάτων σε χωματερές ρυπαίνει σημαντικά τα εδάφη, τον υδροφόρο ορίζοντα, ενώ συγχρόνως επιτρέπει την έκλυση τεράστιων ποσοτήτων  αερίων (μεθάνιο, διοξείδιο του άνθρακα κλπ) στην ατμόσφαιρα. Με τον τρόπο αυτό ενισχύεται το φαινόμενο του θερμοκηπίου, σε μια εποχή που η κλιματική αλλαγή επελαύνει.

Διαχρονικά στην ελληνική πραγματικότητα  εφαρμόζεται μια πολιτική που  υποβιβάζει τον σχεδιασμό  διαχείρισης  σε κατάλογο έργων  προς χρηματοδότηση, ερήμην των πολιτών, προωθούνται  ελλιπώς τεκμηριωμένες  τεχνολογικές επιλογές, αποσπασματική θεώρηση και απουσία  διαδικασιών ελέγχου και αξιολόγησης.

Οι τεχνολογίες της καύσης, που είναι η πιο διαδεδομένη διεθνώς θερμική μέθοδος έχει πολλά μειονεκτήματα.

Η καύση είναι ιδιαίτερα ακριβή μέθοδος, (απαιτεί μεγάλο πάγιο κόστος), παράγει τέφρα που είναι επικίνδυνο απόβλητο  και απαιτεί ειδικό χειρισμό, καθώς και παράγει δύσκολα, ακριβά και με αμφίβολη αποτελεσματικότητα  διαχειρίσιμους αέριους ρύπους (σωματίδια, οξείδια του αζώτου και του θείου, διοξίνες κλπ).

Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι αντίκειται στην ανακύκλωση χαρτιού και πλαστικού. Η ανακύκλωση πρέπει να είναι πρώτη προτεραιότητα. Η αφαίρεση χαρτιού και πλαστικού  αφήνει το υπόλοιπο  μείγμα χαμηλής θερμαντικής αξίας  και επομένως η ανακύκλωση δεν συνδυάζεται με την καύση.

«Η καύση και η ταφή των απορριμμάτων οδηγεί στην αλλαγή του κλίματος από την απελευθέρωση αερίων του θερμοκηπίου» λέει ο Ο.Η.Ε. Αυτές οι μέθοδοι διάθεσης των στερεών αποβλήτων στερούν από την οικονομία πρώτες ύλες και υλικά που μπορεί να επαναχρησιμοποιούνται, να ανακυκλώνονται ή και να μετατρέπονται σε λιπάσματα. Παράλληλα, τροφοδοτούν μια συνεχή κατανάλωση ενέργειας, μια συνεχιζόμενη σπατάλη φυσικών πόρων και με τον τρόπο αυτό ενισχύουν ένα μη βιώσιμο τρόπο παραγωγής, αυξάνοντας και την κατανάλωση. ΟΙ μεταφορές δε των τεράστιων ποσοτήτων σκουπιδιών προς καύση επιδεινώνουν ακόμα περαιτέρω την κατάσταση, επιβαρύνοντας το περιβάλλον.

Το πολιτικό κατεστημένο, εξαρτημένο από μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, ακολουθεί τυφλά τον δρόμο της ιδιωτικοποίησης και του επιχειρηματικού κέρδους. Επιβεβαιώνονται ο προσανατολισμός και οι δεσμεύσεις της μνημονιακής συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ στις επιταγές της Τρόικας, που δήλωσε προτεραιότητα στη διαχείριση των απορριμμάτων, μαζί με τον τομέα της ενέργειας και των φυσικών πόρων. Η μνημονιακή συγκυβέρνηση με τη μέθοδο των ΣΔΙΤ και τη διαδικασία του ανταγωνιστικού διαλόγου μετατρέπει την Τοπική Αυτοδιοίκηση σε εργαλείο εφαρμογής αυτής της πολιτικής. Τη μετατρέπει σε εισπρακτικό μηχανισμό στην υπηρεσία των επιχειρηματικών συμφερόντων, που ετοιμάζονται να λεηλατήσουν το δημόσιο πλούτο και τα λαϊκά εισοδήματα και με τη διαχείριση των απορριμμάτων, εκτοξεύοντας στα ύψη τα δημοτικά τέλη.

Είναι ήδη σε εξέλιξη  προγράμματα ΣΔΙΤ  για τη διαχείριση απορριμμάτων στη Δ. Μακεδονία (υποβλήθηκαν  δεσμευτικές προσφορές 28.12.12 και φαίνεται ότι θα είναι η πρώτη ΣΔΙΤ  που θα συμβασιοποιηθεί), στη Πελοπόννησο  (σε εξέλιξη ο ανταγωνιστικός διάλογος) στις Σέρρες,  Ηλεία, Αιτωλοακαρνανία, στην Αχαΐα και βέβαια  οι  4 διαγωνισμοί  στην Αττική των ΣΔΙΤ, για μονάδες επεξεργασίας σύμμεικτων απορριμμάτων (ολοκληρώθηκε την Τρίτη 5.2.2013  η Α΄ φάση,  με την εκδήλωση ενδιαφέροντος) .

Στο κυβερνητικό σχέδιο  για ΣΔΙΤ  και με τη μέθοδο του ανταγωνιστικού διαλόγου, ρυθμιστής είναι ο  επενδυτής και ως προς τη μέθοδο  διαχείρισης. Δηλαδή τους όρους τους βάζουν  οι επενδυτές. Παραδίδεται στα χέρια των επενδυτών όλο το σύστημα διαχείρισης απορριμμάτων, από την αποκομιδή έως την τελική διάθεση, με την εγγύηση του κράτους για τα λεγόμενα επενδυτικά ρίσκα δηλαδή, ποσότητα απορριμμάτων για την τροφοδοσία των μονάδων, εγγυημένη χρηματοδότηση του κόστους λειτουργίας μέσα από το μηχανισμό των δημοτικών τελών, εγγυημένη διάθεση της ενέργειας και επιδότησης της ως ΑΠΕ και εξασφάλιση των Χώρων Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων (ΧΥΤΥ). Και όλα αυτά σε καθεστώς εργασιακού μεσαίωνα για τους εργαζόμενους.

Στον αντίποδα αυτής της πολιτικής,

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ έχει καταθέσει ολοκληρωμένη πρόταση διαχείρισης των απορριμμάτων. Μια πρόταση που στηρίζεται στον δημόσιο χαρακτήρα, τον κοινωνικό έλεγχο και την αποκέντρωση των δράσεων σε επίπεδο δήμων ή όμορων δήμων και περιφερειών,  βασίζεται στις αρχές της εγγύτητας και της μικρής κλίμακας.

Πρώτη προτεραιότητα για μας βέβαια, αποτελεί η μείωση του όγκου των απορριμμάτων, που έχει άμεση σχέση και με το μοντέλο ανάπτυξης (εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η κρίση « φρόντισε» για μείωση του όγκου των απορριμμάτων κατά 18% περίπου).

Το σχέδιο μας  διακρίνεται σε τέσσερα επίπεδα:

  1. Επίπεδο κατοικίας-επιχείρησης-υπηρεσίας δήμου, όπου έχει θέση η οικιακή κομποστοποίηση, η επαναχρησιμοποίηση, ένα πυκνό δίκτυο  – σημεία συλλογής  για συστήματα εναλλακτικής διαχείρισης, τα ειδικά απόβλητα και ανακτήσιμα υλικά, τη δυνατότητα  κατασκευής  μικρής κλίμακας  μονάδων διαλογής και κομποστοποίησης, ήπιας τεχνολογίας, με σκοπό την παραπέρα ανάκτηση υλικών, και καθώς και διαλογή στην πηγή με σύστημα 4 κάδων.
  2. Επίπεδο μεγάλων δήμων ή ομάδων δήμων, όπου προβλέπεται δημιουργία  αποκεντρωμένων  εγκαταστάσεων διαχείρισης . Δηλαδή κέντρα  διαλογής  ανακυκλώσιμων υλικών (ΚΔΑΥ), μονάδες επεξεργασίας, αδρανών και σταθμοί μεταφόρτωσης.
  3. Επίπεδο ευρύτερης γεωγραφικής  ενότητας ή περιφέρειας,  με δίκτυο  αποκεντρωμένων  και άρτια οργανωμένων  χώρων ασφαλούς  διάθεσης,  ή και με μονάδα  επεξεργασίας  σύμμεικτων,  που θα δέχονται  για υγειονομική ταφή  τις μικρές ποσότητες  υπολειμμάτων( ΧΥΤΥ).
  4. Επίπεδο επικίνδυνων αποβλήτων  σε διαπεριφερειακό επίπεδο μακριά από τον αστικό ιστό, με ευθύνη της κεντρικής διοίκησης. Εδώ έχουν θέση και τα νοσοκομειακά απόβλητα. Πρόκειται για ειδικούς βιομηχανικούς χώρους  υψηλής ασφάλειας.

Πρόκειται δηλαδή για:

Μια πολιτική, που συνεκτιμά και αξιοποιεί τα ιδιαίτερα κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, αναγνωρίζει ρόλο και λόγο στις τοπικές κοινωνίες, δημιουργεί προϋποθέσεις ανάπτυξης σε όφελος του κοινωνικού συνόλου,  δημιουργεί θέσεις εργασίας και δεν συνεπάγεται πρόσθετα οικονομικά βάρη για τους πολίτες. Μια πρόταση κοινωνικής συμμετοχής, όπου τα οφέλη ανταποδίδονται στην κοινωνία και όχι σε επιχειρηματικά συμφέροντα.

Χαρά Καφαντάρη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: